Перевод: с греческого на все языки

со всех языков на греческий

πραγματεῖαι τ

  • 1 πραγματείαι

    πραγματεία
    prosecution of business: fem nom /voc pl

    Morphologia Graeca > πραγματείαι

  • 2 πραγματεῖαι

    πραγματεία
    prosecution of business: fem nom /voc pl

    Morphologia Graeca > πραγματεῖαι

  • 3 πραγματείαι

    πραγματείᾱͅ, πραγματεία
    prosecution of business: fem dat sg (attic doric aeolic)

    Morphologia Graeca > πραγματείαι

  • 4 πραγματεια

        ἥ
        1) дело, занятие, работа, труд, тж. забота
        τοῦ βίου πραγματεῖαι NT. — житейские заботы;
        πραγματεῖαι προστεταγμέναι κατὰ ψήφισμα Aeschin. — занятия, порученные в порядке выборов, выборные должности

        2) отрасль; область, раздел
        

    τοῦ διαλέγεσθαι π. Plat. — диалектика;

        ἥ δημηγορικέ π. Arst. — риторическое искусство;
        ἄλλης ἐστὴ πραγματείας Arst.это относится к другому разделу

        3) учение
        

    (ἥ τοῦ Πλάτωνος π. Arst.)

        ἥ τοῦ ἐπιπέδου π. Plat.учение о плоскости

        4) изучение, рассмотрение
        

    περὴ τοὺς μάρτυρας πραγματεία Arst. — рассмотрение свидетельских показаний;

        τοῦ εἰδέναι χάριν ἥ π. Arst.исследование в целях познания

        5) (литературный) труд, исследование, трактат
        

    τοῦτο ζητοῦμεν κατὰ τέν προκειμένην πραγματείαν Arst. (именно) об этом идет речь в настоящем исследовании

        6) историческое повествование, история Polyb., Luc.
        7) судебный процесс Isocr.

    Древнегреческо-русский словарь > πραγματεια

  • 5 ἐπι-ζήμιος

    ἐπι-ζήμιος, 1) schädlich, nachtheilig; πραγματεῖαι Isocr. 2, 18; τί πονηρὸν καὶ ἐπιζ. Xen. Mem. 1, 2, 57; Ggstz ξύμφορον, Thuc. 1, 32; τινί, Xen. Mem. 2, 7, 9. – 2) der Strafe unterworfen, ἐπιζήμιοι, ἐὰν μὴ ἴωσι Plat. Legg. VI, 765 a; ἐπιζήμιόν ἐστιν ἐκ τῶν νόμων τινί, strafbar, Aesch. 1, 45; – τὰ ἐπιζήμια, die Strafe, Plat. Legg. VI, 784 e, ἐπιζήμια τιϑέναι VII, 788 b. – Adv., Poll. 5, 135 u. Sp.

    Griechisch-deutsches Handwörterbuch > ἐπι-ζήμιος

  • 6 τεχνικος

        I
        3
        1) искусный, умелый, опытный
        

    (περί τινος, περί и εἴς τι Plat.)

        2) ловкий, хитрый
        3) искусно разработанный, доведенный до совершенства, мастерский
        

    (πραγματεῖαι Plat.; ἥ παιδεία Arst.)

        4) остроумный
        

    (οὐ γάρ που τεχνικόν γ΄ ἂν εἴη Plat.)

        II
        ὅ искусный ритор Arst.

    Древнегреческо-русский словарь > τεχνικος

  • 7 πραγματεία

    -ας + N 1 0-6-0-1-1=8 1 Kgs 7,19(33); 9,1; 10,22a; 1 Chr 28,21; DnLXX 6,4
    work, occupation 1 Kgs 7,19; treatment, narration of facts 2 Mc 2,31; αἱ πραγματεῖαι affairs DnLXX 6,4 Cf. SPICQ 1978a, 727

    Lust (λαγνεία) > πραγματεία

  • 8 παράδοσις

    A handing down, bequeathing, transmission,

    τοῦ σκήπτρου Th.1.9

    ; handing over, transfer,

    ἡ π. τῶν χρημάτων Arist.Pol. 1309a10

    , cf. Pl. Lg. 915d; σίτου, etc., POxy.1257.3 (iii A. D.), etc.;

    τῆς βασιλείας Plu. Comp.Lyc.Num.1

    ; ἐν παραδόσει παραλαμβάνειν ἀεί, of a reserve fund, IG11 (2).161 A126 (Delos, iii B. C.).
    2 transmission of legends, doctrines, etc., tradition,

    διδασκαλία καὶ π. Pl.Lg. 803a

    ;

    πραγματεῖαι αἱ ἐκ π. ηὐξημέναι Arist. SE 184b5

    ;

    ἐν παραδόσει ἔχειν τι Plb.12.6.1

    , etc.; treatment, exposition,

    ὅπως πᾶσιν εὐπαρακολούθητος γένηται ἡ π. Hero Bel.73.12

    ; ἡ βοτανικὴ π. the subject of botany, Dsc.Praef.1;

    παραδόσεις καὶ παραγγελίαι Phld.Rh.1.78

    S.; σύντομος π. succinct account, Ammon.in Porph.38.10.
    b in military sense, transmission of orders, Ael.Tact.21.2.
    3 that which is handed down or bequeathed, tradition, doctrine, teaching,

    ἡ π. τῶν πρεσβυτέρων Ev.Matt.15.2

    , Ev.Marc.7.3, etc.;

    αἱ π. τῶν θεῶν καὶ τῶν θείων ἀνδρῶν Dam.Pr. 265

    : also in Gramm.,

    Ἑλληνικὴ π. A.D.Conj.213.13

    , cf. 19 (pl.); in textual criticism, defined as ἡ τῶν γραμματ ικῶν μαρτυρία, EM815.18; so

    παρὰ τὴν π. γράφειν Demetr.Lac.Herc.1012.34

    , cf. EM240.4, al.
    II surrender,

    πόλεως Th.3.53

    ; ἐκ παραδόσεως, opp. κατὰ κράτος, Plb.9.25.5; giving up to punishment or torture, Isoc.17.16;

    π. ἐπὶ θανάτῳ D.H.7.36

    .
    2 Astrol., handing over,

    τῶν χρόνων Vett.Val.141.4

    .

    Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό) > παράδοσις

  • 9 πραγματεία

    πραγμᾰτ-εία, [dialect] Ion.[full] πρηγμᾰτίη, poet. [full] πραγμᾰτίη Man.1.38: :—
    A prosecution of business, diligent study, Isoc.1.44,5.7, Pl.Cra. 408a, al.;

    πόνων πολλῶν καὶ πραγματείας εἶναι D.8.48

    ;

    πλείονος εἶναι πρηγματίης Hp.VM7

    ; ἡ μάταιος π. [λογισμῶν] this idle attention to argumentations, X.Mem.4.7.8; μετὰ πολλῆς π. with a great deal of trouble, PCair.Zen.19.4 (iii B. C.).
    II occupation, business, ἡ π. αὐτῆς (sc. τῆς ῥητορικῆς)

    ἅπασα.. εἰς τοῦτο τελευτᾷ Pl.Grg. 453a

    ; ἡ τοῦ διαλέγεσθαι π. the business of dialectic, Id.Tht. 161e; τοῦ πολιτικοῦ.. πᾶσα ἡ π. περὶ πόλιν [ἐστί] Arist Pol.1274b37, cf. EN1105a11; ἡ δημηγορικὴ π. the business of oratory, Id.Rh.1354b24;

    ἀπὸ τῆς ἀναισχύντου π. ἀποστῆναι Aeschin.3.242

    ; πραγματεῖαι official duties, opp. ἀρχαί, ib.13, cf.PTeb.5.143, al. (ii B. C.); esp. law-business, lawsuit, Isoc.2.18, al.;

    ἡ περὶ τὰ δικαστήρια π. Id.15.31

    : pl., affairs in general,

    κάτω βλέπειν εἰς ἀνθρώπων πραγματείας Pl.R. 500c

    ;

    μεθισταμένων πραγματειῶν Antipho 2.4.9

    (nisi leg. πραγμάτων); troubles, D.61.37, Epicur.Ep.1p.28U.; πρὸς ἔθνη τὴν π. ἔχειν to have dealings with.., Str.9.2.2.
    b pl., works, of the buildings of Solomon, LXX 3 Ki.9.1.
    III treatment of a subject,

    εἰδέων Archyt.4

    ; ἡ τοῦ ἐπιπέδου π., as a definition of plane geometry, Pl.R. 528d; ἡ Πλάτωνος π. Plato's system, Arist.Metaph. 987a30, cf. 986a8, Epicur.Ep.1p.3U., Phld.D.1.17; manner of dealing with,

    ἡ περὶ τοὺς μάρτυρας π. Arist.Rh. 1376b4

    .
    2 philosophical argument or treatise, Id.Top. 100a18, 101a26;

    τοῦ εἰδέναι χάριν ἡ π. Id.Ph. 194b18

    ;

    ἡ παροῦσα π. οὐ θεωρίας ἕνεκα Id.EN 1103b26

    ; the subject of such a treatise,

    τρεῖς αἱ π. Id.Ph. 198a30

    , cf. SE 183b4;

    ἡ περὶ τῶν ἀγαθῶν ἐκδοθεῖσα π. Str.1.2.2

    , etc.
    3 systematic or scientific historical treatise, Plb.1.1.4, 1.3.1, D.S.1.1, D.H.1.74, Luc. Hist.Conscr.13; Τρωϊκὴ π. the legends of the Trojan war, Arg.S.Aj.;

    π. συνέταξεν ἐν δράματι τῶν Δαρδάνου πράξεων τὰς μνημοσύνας BMus.Inscr.3.444.18

    ([place name] Iasus).
    4 magical operation, spell,

    ἡ Σολομῶνος π. PMag.Par.1.853

    , cf.776.

    Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό) > πραγματεία

  • 10 τεχνικός

    τεχν-ικός, ή, όν, of persons,
    A artistic, skilful, workmanlike, Epich. 171.11, Pl.Smp. 186c, etc.;

    τ. περί τινος Id.Tht. 207c

    ;

    περί τι Id.La. 185e

    , etc.; εἴς τι ib.d; esp. of rhetoricians and grammarians,

    τ. λόγων πέρι Id.Phdr. 273e

    ; οἱ περὶ τοὺς λόγους τ. ib.a;

    ὁ τ. τε καὶ ἀγαθὸς ῥήτωρ Id.Grg. 504d

    ; [comp] Comp., more proficient in one's craft, Phld. Mus.p.74 K.; opp. θεωρητικός, practical, Arist.EN 1180b20;

    τ. περὶ τὸν βίον Id.HA 622b23

    ([comp] Comp., v.l. [comp] Sup.);

    τ. τὴν ψυχήν Id.Pol. 1327b27

    ;

    τ. ὄμματα Ael.VH14.47

    ;

    τ. πόημα Phld.Po.5.20

    ; τὸ τ. technical excellence, ib.2.55;

    τ. ἐνέργειαι, οἷον αὐλεῖν ἢ σαλπίζειν ἢ κιθαρίζειν Gal.6.323

    ; later, οἱ τεχνικοί the grammarians, Sch.D.T. p.4 H.; ὁ τ. freq. of Hdn.Gr., Choerob. in Theod.1.142 H., al.; also of D.T., Sch.D.T.p.204 H.
    b φύσις = πῦρ τεχνικόν, Zeno Stoic.1.34; τὸν τ. νοῦν the mind of the Great Designer, Theol.Ar.58;

    δύναμίς τις.. ἣν.. τεχνικὴν εἶναι λέγομεν Gal.Nat.Fac.1.6

    .
    2 artful, cunning, Plb.16.6.6.
    II of things, artificial, opp. αὐτόματος, Thphr. Lap.55; τ. ὕδατα an artificial water-supply, Gal.17(2).183. Adv. - κῶς ibid.
    2 done by rules of art, technical, systematic, τοῦτο σοφὸν εὑρὼν ἅμα καὶ τ. Pl.Phdr. 273b; ἡ περὶ τὸν πόλεμον ἀγωνία τ. Id.R. 374b, cf. Euthphr. 14e; πραγματεῖαι τ. Id.Grg. 501b, etc.;

    ἡ τ. παιδεία Arist.Pol. 1341b9

    ; ἔχειν τὸ τ. περί τι to be technically employed upon.., Id.Rh. 1355b35, cf. Ph. 193a32.
    III Adv. - κῶς according to the rules of art, τ. εἰργας μένα, πεποιημένα, Pl.Chrm. 173c, Isoc.2.44;

    τ. ἐξηύρηται Pl.Euthd. 303e

    ;

    τ. ἔχειν Id.Phdr. 271c

    ;

    τ. πολιτεύεσθαι Isoc.3.52

    ; ὁ δυνάμενος.. τεκμαίρεσθαι τ. Gal.18(2).257.

    Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό) > τεχνικός

  • 11 ἀναφορικός

    A standing in relation: in Gramm., relative. Adv.

    - κῶς

    relatively,

    A.D.Pron.5.20

    , al., D.T.636.12; with a reference, Stob.2.6.6, Gal. 18(1).504.
    II Medic., bringing up blood, phlegm, Dsc.2.171, cf. Eup.2.39, Androm. ap. Gal.13.31.
    III ἀναφορικόν, τό, treatise by Hypsicles on the ascension of stars;

    ἀ. πραγματεῖαι Ptol.Alm. 8.6

    .

    Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό) > ἀναφορικός

  • 12 ἑκατοντάβιβλος

    ἑκᾰτοντά-βιβλος [pron. full] [τᾰ], ον,
    A in a hundred books,

    πραγματεῖαι Gal. 10.37

    .

    Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό) > ἑκατοντάβιβλος

  • 13 ἱστορικός

    A exact, precise, scientific,

    μίμησις Pl.Sph. 267e

    ; τῶν παρὰ τοῖς ἄλλοις εὑρημένων ἱ. well-informed respecting.. or able to recount.., Arist.Rh. 1359b32;

    ἀποδείξεις ἱστορικῶν Phld.D.1.23

    . Adv. - κῶς scientifically, accurately, Arist.GA 757b35; by personal observation,

    κατ αμαθεῖν τι Gal.14.275

    .
    II belonging to history, historical,

    πραγματεῖαι D.H.1.1

    ; τύπος (opp. λογικός) Id.Dem.24;

    ἀναγραφή Id.1.4

    ;

    γράμματα Plu.Them.13

    : Subst., historian, Arist. Po. 1451b1, Aristeas 31, Phld.Rh.1.200S., D.H.4.6, D.S.1.6, etc.;

    - ώτατος βασιλέων Plu.Sert.9

    . Adv.

    -κῶς, ἱ. καὶ διδασκαλικῶς Str. 1.1.10

    ; ἱ. καὶ ἐξηγητικῶς, opp. ἀποδεικτικῶς, Phld.Mus.p.12 K.; but ἐξηγητικώτερον ἢ -ώτερον, of Aristotle's method in HA, Antig.Mir.60.

    Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό) > ἱστορικός

  • 14 αἰών

    αἰών, ῶνος, ὁ (Hom.+; gener. ‘an extended period of time’, in var. senses)
    a long period of time, without ref. to beginning or end,
    of time gone by, the past, earliest times, readily suggesting a venerable or awesome eld οἱ ἅγιοι ἀπʼ αἰῶνος προφῆται the holy prophets fr. time immemorial (cp. Hes., Theog. 609; Περὶ ὕψους 34, 4 τοὺς ἀπʼ αἰ. ῥήτορας; Cass. Dio 63, 20 τῶν ἀπὸ τοῦ αἰ. Ῥωμαίων; IMagnMai 180, 4; SIG index; Gen 6:4; Tob 4:12; Sir 14:17; 51:8; En 14:1; 99:14; Jos., Bell. 1, 12; Just., D. 11, 1) Lk 1:70; Ac 3:21; make known from of old Ac 15:18; πρὸ παντὸς τ. αἰ. before time began Jd 25a (for the combination with πᾶς cp. Sallust. 20 p. 36, 5 τὸν πάντα αἰῶνα=through all eternity); pl. πρὸ τῶν αἰ. 1 Cor 2:7 (cp. Ps 54:20 θεὸς ὁ ὑπάρχων πρὸ τῶν αἰ. [PGM 4, 3067 ἀπὸ τ. ἱερῶν αἰώνων]); ἐξ αἰ. since the beginning D 16:4 (Diod S 1, 6, 3; 3, 20, 2; 4, 83, 3; 5, 2, 3; Sext. Emp., Math. 9, 62; OGI 669, 61; Philo, Somn. 1, 19; Jos., Bell. 5, 442; Sir 1:4; SibOr Fgm. 1, 16 of God μόνος εἰς αἰῶνα κ. ἐξ αἰῶνος). W. neg. foll. ἐκ τοῦ αἰῶνος οὐκ ἠκούσθη never has it been heard J 9:32.
    of time to come which, if it has no end, is also known as eternity (so commonly in Gk. lit. Pla. et al.); εἰς τὸν αἰῶνα (since Isocr. 10, 62, also Diod S 1, 56, 1 εἰς τ. αἰ.=εἰς ἅπαντα τ. χρόνον; 4, 1, 4; SIG 814, 49 and OGI index VIII; POxy 41, 30=‘Long live the Caesars’; PGM 8, 33; 4, 1051 [εἰς αἰ.]; LXX; En 12:6; 102:3; PsSol 2:34, 37; ParJer 8:5; JosAs 15:3 εἰς τὸν αἰῶνα χρόνον 4:10 al. Jos., Ant. 7, 356 [εἰς αἰ.]) to eternity, eternally, in perpetuity: live J 6:51, 58; B 6:3; remain J 8:35ab; 12:34; 2 Cor 9:9 (Ps. 111:9); 1 Pt 1:23 v.l., 25 (Is 40:8); 1J 2:17; 2J 2; be with someone J 14:16. Be priest Hb 5:6; 6:20; 7:17, 21, 24, 28 (each Ps 109:4). Darkness reserved Jd 13. W. neg.=never, not at all, never again (Ps 124:1; Ezk 27:36 al.) Mt 21:19; Mk 3:29; 11:14; 1 Cor 8:13. ἕως αἰῶνος (LXX) 1 Cl 10:4 (Gen 13:15); Hv 2, 3, 3; Hs 9, 24, 4. In Johannine usage the term is used formulaically without emphasis on eternity (Lackeit [s. 4 below] 32f): never again thirst J 4:14; never see death 8:51f; cp. 11:26; never be lost 10:28; never (= by no means) 13:8. εἰς τὸν αἰ. τοῦ αἰῶνος (Ps 44:18; 82:18 al.) Hb 1:8 (Ps 44:7). ἕως αἰῶνος (LXX; PsSol 18:11) Lk 1:55 v.l. (for εἰς τὸν αἰ.); εἰς ἡμέραν αἰῶνος 2 Pt 3:18.—The pl. is also used (Emped., Fgm. 129, 6 αἰῶνες=generations; Theocr. 16, 43 μακροὺς αἰῶνας=long periods of time; Philod. περὶ θεῶν 3 Fgm. 84; Sext. Emp., Phys. 1, 62 εἰς αἰῶνας διαμένει; SibOr 3, 767; LXX, En; TestAbr B 7 p. 112, 3 [Stone p. 72].—B-D-F §141, 1), esp. in doxologies: εἰς τοὺς αἰῶνας (Ps 60:5; 76:8) Mt 6:13 v.l.; Lk 1:33 (cp. Wsd 3:8); Hb 13:8. εἰς πάντας τοὺς αἰ. (Tob 13:4; Da 3:52b; En 9:4; SibOr 3, 50) Jd 25b. εὐλογητὸς εἰς τοὺς αἰῶνας to all eternity (cp. Ps 88:53) Ro 1:25; 9:5; 2 Cor 11:31. αὐτῷ ἡ δόξα εἰς τοὺς αἰ. Ro 11:36; ᾧ κτλ. 16:27 (v.l. αὐτῷ). τὸ κράτος εἰς τοὺς αἰ. 1 Pt 5:11; more fully εἰς τοὺς αἰ. τῶν αἰώνων (Ps 83:5; GrBar 17:4; PGM 4, 1038; 22b, 15) for evermore in doxologies Ro 16:27 v.l.; Gal 1:5; Phil 4:20; 1 Ti 1:17; 2 Ti 4:18; Hb 13:21; 1 Pt 4:11; 5:11 v.l.; Rv 1:6, 18; 5:13; 7:12; 11:15 al. 1 Cl 20:12; 32:4; 38:4; 43:6; εἰς πάσας τὰς γενεὰς τοῦ αἰῶνος τῶν αἰ. Eph 3:21 (cp. Tob 1:4; 13:12; En 103:4; 104:5). Of God ὁ ζῶν εἰς τοὺς αἰ. (cp. Tob 13:2; Sir 18:1; Da 6:27 Theod.) Rv 4:9f; 10:6; 15:7; formulaically= eternal 14:11; 19:3; 20:10; 22:5.—κατὰ πρόθεσιν τῶν αἰώνων according to the eternal purpose Eph 3:11. All-inclusive ἀπὸ αἰώνων καὶ εἰς τ. αἰῶνας from (past) eternity to (future) eternity B 18:2 (cp. Ps 40:14 and Ps.-Aristot., De Mundo 7, 401a, 16 ἐξ αἰῶνος ἀτέρμονος εἰς ἕτερον αἰῶνα; M. Ant. 9, 28, 1 ἐξ αἰῶνος εἰς αἰῶνα; SibOr Fgm. 1, 16 of God μόνος εἰς αἰῶνα κ. ἐξ αἰῶνος).
    a segment of time as a particular unit of history, age
    ὁ αἰὼν οὗτος (הָעוֹלָם הַזֶּה) the present age (nearing its end) (Orig., C. Cels. 1, 13, 15, in ref. to 1 Cor 3:18; s. Bousset, Rel. 243ff; Dalman, Worte 120ff; Schürer II 537f; NMessel, D. Einheitlichkeit d. jüd. Eschatol. 1915, 44–60) contrasted w. the age to come (Philo and Joseph. do not have the two aeons) Mt 12:32. A time of sin and misery Hv 1, 1, 8; Hs 3:1ff; ending of Mk in the Freer ms. 2; ἡ μέριμνα τοῦ αἰ. (v.l. + τούτου) the cares of the present age Mt 13:22; pl. cp. Mk 4:19. πλοῦτος earthly riches Hv 3, 6, 5. ματαιώματα vain, futile things Hm 9:4; Hs 5, 3, 6. πραγματεῖαι m 10, 1, 4. ἐπιθυμία m 11:8; Hs 6, 2, 3; 7:2; 8, 11, 3. πονηρία Hs 6, 1, 4. ἀπάται Hs 6, 3, 3 v.l. οἱ υἱοὶ τοῦ αἰ. τούτου the children of this age, the people of the world (opp. children of light, enlightened ones) Lk 16:8; 20:34.—The earthly kingdoms βασιλεῖαι τοῦ αἰ. τούτου IRo 6:1. συσχηματίζεσθαι τῷ αἰ. τούτῳ be conformed to this world Ro 12:2. As well as everything non-Christian, it includes the striving after worldly wisdom: συζητητὴς τοῦ αἰ. τούτου searcher after the wisdom of this world 1 Cor 1:20. σοφία τοῦ αἰ. τούτου 2:6. ἐν τῷ αἰ. τούτῳ 3:18 prob. belongs to what precedes=those who consider themselves wise in this age must become fools (in the estimation of this age). The ruler of this age is the devil: ὁ θεὸς τοῦ αἰ. τούτου 2 Cor 4:4 (θεός 5). ἄρχων τοῦ αἰ. τούτου IEph 17:1; 19:1; IMg 1:3; ITr 4:2; IRo 7:1; IPhld 6:2; his subordinate spirits are the ἄρχοντες τοῦ αἰ. τούτου 1 Cor 2:6, 8 (ἄρχων 1c).—Also ὁ νῦν αἰών (Did., Gen. 148, 21): πλούσιοι ἐν τῷ νῦν αἰ. 1 Ti 6:17; ἀγαπᾶν τὸν νῦν αἰ. 2 Ti 4:10; Pol 9:2. Cp. Tit 2:12. Or (Orig., C. Cels. 2, 42, 30) ὁ αἰ. ὁ ἐνεστώς the present age Gal 1:4 (cp. SIG 797, 9 [37 A.D.] αἰῶνος νῦν ἐνεστῶτος). The end of this period (cp. SibOr 3, 756 μέχρι τέρματος αἰῶνος) συντέλεια (τοῦ) αἰ. Mt 13:39f, 49; 24:3; 28:20 (cp. TestJob 4:6; TestBenj 11:3; JRobinson, Texts and Studies V introd. 86). συντέλεια τῶν αἰ. Hb 9:26; on GMary 463, 1 s. καιρός end.
    ὁ αἰὼν μέλλων (הָעוֹלָם הַבָּא) the age to come, the Messianic period (on the expr. cp. Demosth. 18, 199; Hippocr., Ep. 10, 6 ὁ μ. αἰ.=the future, all future time; Ael. Aristid. 46 p. 310 D.: ἡ τοῦ παρελθόντος χρόνου μνεία κ. ὁ τοῦ μέλλοντος αἰῶνος λόγος; Jos., Ant. 18, 287; Ar. 15, 3; Orig., C. Cels. 8, 24, 20; Did., Gen. 164, 2) in 2 Cl 6:3, cp. Hs 4:2ff, opposed to the αἰὼν οὗτος both in time and quality, cp. Mt 12:32; Eph 1:21; δυνάμεις μέλλοντος αἰ. Hb 6:5. Also αἰ. ἐκεῖνος: τοῦ αἰ. ἐκείνου τυχεῖν take part in the age to come Lk 20:35. ὁ αἰ. ὁ ἐρχόμενος Mk 10:30; Lk 18:30; Hs 4:2, 8. ὁ αἰ. ὁ ἐπερχόμενος Hv 4, 3, 5: pl. ἐν τοῖς αἰῶσιν τοῖς ἐπερχομένοις in the ages to come Eph 2:7. As a holy age ὁ ἅγιος αἰ. (opp. οὗτος ὁ κόσμος; cp. εἰς τὸν μείζονα αἰ. TestJob 47:3) B 10:11 and as a time of perfection αἰ. ἀλύπητος an age free from sorrow 2 Cl 19:4 (cp. αἰ. … τοῦ ἀπαραλλάκτου TestJob 33:5), while the present αἰών is an ‘aeon of pain’ (Slav. Enoch 65, 8).—The plurals 1 Cor 10:11 have been explained by some as referring to both ages, i.e. the end-point of the first and beginning of the second; this view urges that the earliest Christians believed that the two ages came together during their own lifetimes: we, upon whom the ends of the ages have come (JWeiss. A Greek would not refer to the beginning as τέλος. The Gordian knot has οὔτε τέλος οὔτε ἀρχή: Arrian, Anab. 2, 3, 7). But since τὰ τέλη can also mean ‘end’ in the singular (Ael. Aristid. 44, 17 K.=17 p. 406 D.: σώματος ἀρχαὶ κ. τέλη=‘beginning and end’; 39 p. 737 D.: τὰ τέλη … δράματος; Longus 1, 23, 1 ms. ἦρος τέλη; Vi. Thu. 2, 2 [=OxfT ΘΟΥΚΥΔΙΔΟΥ ΒΙΟΣ 2] τέλη τοῦ πολέμου; Aëtius, Eye Diseases p. 120, 25 Hirschb. after Galen: τὰ τέλη τ. λόγου=the close of the section; Philo, Virt. 182) and, on the other hand, the pl. αἰῶνες is often purely formal (s. above 1a and b, 2a at end) τὰ τέλη τῶν αἰ. can perh. be regarded as equal to τέλος αἰώνων (SibOr 8, 311)=the end of the age(s). Cp. TestLevi 14:1 ἐπὶ τὰ τέλη τῶν αἰώνων.—For the essential equivalence of sing. and pl. cp. Maximus Tyr. 14, 8b τὰ τῆς κολακείας τέλη beside τέλος τῆς σπουδῆς. Cp. also τέλος 5.
    the world as a spatial concept, the world (αἰ. in sg. and pl. [B-D-F §141, 1]: Hippocr., Ep. 17, 34; Diod S 1, 1, 3 God rules ἅπαντα τὸν αἰῶνα; Ael. Aristid. 20, 13 K.=21 p. 434 D.: ἐκ τοῦ παντὸς αἰῶνος; Maximus Tyr. 11, 5e; IAndrosIsis, Cyrene 4 [103 A.D.] P. p. 129]; Ps 65:7; Ex 15:18 [cp. Philo, Plant. 47; 51]; Wsd 13:9; 14:6; 18:4; αἰῶνες οἱ κρείττονε Tat. 20:2) ApcPt 4:14. Created by God through the Son Hb 1:2; through God’s word 11:3. Hence God is βασιλεὺς τῶν αἰ. 1 Ti 1:17; Rv 15:3 (v.l. for ἐθνῶν); 1 Cl 61:2 (cp. PGM 12, 247 αἰώνων βασιλεῦ; Tob 13:7, 11, cp. AcPh 2 and 11 [Aa II/2, 2, 20 and 6, 9]); πατὴρ τῶν αἰ. 35:3 (cp. Just., A I, 41, 2; AcPh 144 [Aa II/2, 84, 9]); θεὸς τῶν αἰ. 55:6 (cp. Sir 36:17; ὁ θεὸς τοῦ αἰ.; En 1:4; PGM 4, 1163; TSchermann, Griech. Zauber-pap 1909, 23; AcJ 82 [Aa II/1, 191, 24f]). But many of these pass. may belong under 2.
    the Aeon as a person, the Aeon (Rtzst., Erlösungsmyst. 268 index under Aion, Taufe 391 index; Epict. 2, 5, 13 οὐ γάρ εἰμι αἰών, ἀλλʼ ἄνθρωπος=I am not a being that lasts forever, but a human being [and therefore I know that whatever is must pass away]; Mesomedes 1, 17=Coll. Alex. p. 197, 17; Simplicius in Epict. p. 81, 15 οἱ αἰῶνες beside the μήτηρ τῆς ζωῆς and the δημιουργός; En 9:4 κύριος τ. κυρίων καὶ θεὸς τ. θεῶν κ. βασιλεὺς τ. αἰώνων; PGM 4, 520; 1169; 2198; 2314; 3168; 5, 468; AcPh 132 [Aa II/2, 63, 5]; Kephal. I p. 24, 6; 45, 7) ὁ αἰ. τοῦ κόσμου τούτου Eph 2:2. The secret hidden from the Aeons Col 1:26; Eph 3:9 (Rtzst., Erlösungsmyst. 235f); IEph 19:2 (Rtzst. 86, 3); cp. 8:1 (Rtzst. 236, 2). Various other meanings have been suggested for these passages.—CLackeit, Aion I, diss. Königsbg. 1916; EBurton, ICC Gal 1921, 426–32; HJunker, Iran. Quellen d. hellenist. Aionvorstellung: Vortr. d. Bibl. Warburg I 1923, 125ff; ENorden, D. Geburt des Kindes 1924; MZepf, D. Gott Αιων in d. hellenist. Theologie: ARW 25, 1927, 225–44; ANock, HTR 27, 1934, 78–99=Essays I, ’72, 377–96; RLöwe, Kosmos u. Aion ’35; EOwen, αἰών and αἰώνιος: JTS 37, ’36, 265–83; 390–404; EJenni, Das Wort ˓ōlām im AT: ZAW 64, ’52, 197–248; 65, ’53, 1–35; KDeichgräber, RGG I3 193–95; HSasse, RAC I 193–204; MNilsson, Die Rel. in den gr. Zauberpapyri, K. humanist. Vetenskapssamfundets Lund II ’47/48, 81f; GJennings, A Survey of αιων and αιωνιος and their meaning in the NT, ’48; GStadtmüller, Aion: Saeculum 2, ’51, 315–20 (lit.); EDegani, ΑΙΩΝ da Omero ad Aristotele ’61 (s. Classen, Gnomon 34, ’62, 366–70; D.’s reply in RivFil 91, ’63, 104–10); MTreu, Griech. Ewigkeitswörter, Glotta 43, ’65, 1–24; JBarr, Biblical Words for Time2 ’69; OCullman, Christus u. die Zeit3 ’62.—B. 13. EDNT. DDD s.v. Aion. DELG. M-M. TW. Sv.

    Ελληνικά-Αγγλικά παλαιοχριστιανική Λογοτεχνία > αἰών

  • 15 βίος

    βίος, ου, ὁ (s. βιόω; Hom.+; Hermas prefers ζωή) ‘life’ in its appearance and manifestations freq. distinguished from ζωή, the condition of being alive, cp. Plotin. 3, 7, 11, 4; Schmidt, Syn. 327–30. Although there is freq. overlapping in usage, βίος may be said to denote the manner in which one’s ζωή finds expression (cp. Plut., Mor. 114d τῆς ζωῆς βίος), and the latter term may be used to connote quality of existence as such (cp. IPriene 105, 10 the birth of Augustus marked the ‘beginning of life (βίος) and living (ζωή)’; s. also line 49; cp. Od. 15, 491; X. Mem. 3, 3, 11 and Cass. Dio 69, 19 ‘Here lies Similis, alive [βιόω] for a number of years, but really living [ζάω] for seven’.). Hence, as the semantic history shows, the loss of βίος need not terminate ζωή (q.v.).
    life and activity associated w. it, life (Hdt. 6, 109, 3; cp. Aeschyl., Prom. 537 al.; pap, LXX) 2 Cl 1:6. χρόνος τοῦ βίου time of life 1 Pt 4:3 v.l. εἰσέρχεσθαι εἰς τὸν β. come to life Dg 1 of a new way of living. ἀποτάσσεσθαι τῷ βίῳ bid farewell to life (as the world knows it) IPhld 11:1; ὁ νῦν β. the present life (Ael. Aristid. 30, 20 K.=10 p. 121 D.) 2 Cl 20:2 and its ἡδοναί pleasures (cp. Jos., Ant. 4, 143) Lk 8:14; IRo 7:3. Contrasted w. it is life beyond the grave μέλλων β. (Diod S 8, 15, 1; Maximus Tyr. 41, 5f) 2 Cl 20:2 or ἄλλος β. (Sallust. 18 p. 34, 10 ἕτερος β., which involves punishment; Jos., C. Ap. 2, 218 β. ἀμείνων) IEph 9:2 (ὅλον cj.). αἱ τ. βίου πραγματεῖαι the affairs of everyday life 2 Ti 2:4. W. qualifying terms denoting personal conduct (Himerius, Or. 41 [=Or. 7], 1 ἥμερος β.; BGU 372 II, 2 ἀνδράσι πονηρὸν καὶ λῃστρικὸν βίον ποιουμένοις; Wsd 4:9; 5:4; 4 Macc 1:15; 7:7; 8:8 Ἑλληνικὸς β.) ἄνομος β. MPol 3. Opp. ἐνάρετος β. 1 Cl 62:1; β. παράσημον ἀσκεῖν lead a strange/outlandish life Dg 5:2. Pl. of the way of life of several pers. (Diod S 3, 34, 8; 3, 35, 1; Strabo 3, 3, 7; Jos., Vi. 256b) 5:10. Prob. 1 Ti 2:2 has a sim. thrust lead an orderly life (= one that does not disturb the peace) ἡσύχιον β. διάγειν (Ath. 37, 1; cp. PSI 541 ἵνα εὐσχημονῶν κ. ἀνέγκλητος … τὸν βίον ἔχω).
    (Hes. et al.; Hdt., X.) resources needed to maintain life, means of subsistence (UPZ 14, 32 [158 B.C.]; Pr 31:14) Dg 5:4. Specif. property (Eur., Suppl. 861 in Diog. L. 7, 22; Diod S 12, 40, 3; Vett. Val. index; SIG 708, 33; 762, 40; PCairPreis 2, 13; PGM 13, 636f αὔξησόν μου τὸν βίον ἐν πολλοῖς ἀγαθοῖς; SSol 8:7; 2 Esdr 7:26; Jos., Ant. 1, 326) Mk 12:44; Lk 8:43; 15:12, 30; 21:4 (Julian, Anth. Pal. 6, 25, 5f: the insignificant gift of poor Cinyres to the nymphs was his ὅλος βίος); β. τοῦ κόσμου worldly goods 1J 3:17. ἀλαζονεία τοῦ β. 2:16.—B. 285; 769. Schmidt, Syn. IV 40–53. DELG. M-M. TW. Sv.

    Ελληνικά-Αγγλικά παλαιοχριστιανική Λογοτεχνία > βίος

  • 16 ποικίλος

    ποικίλος, η, ον (Hom.+)
    pert. to existence in various kinds or modes, diversified, manifold (Pind. et al.; 2 Macc 15:21; EpArist 78; Philo; Jos., Bell. 3, 393, Ant. 10, 142) ἄνθη (Ps.-Pla., Axioch. 13 p. 371c) ApcPt 3:10. ἀρνήσεις Hs 8, 8, 4. ἀσθένειαι 6, 3, 4c. βάσανοι many/various kinds of torments Mt 4:24; Hs 6, 3, 4b; of torture MPol 2:4. βοτάναι Hm 10, 1, 5. δυνάμεις Hb 2:4. ἔθνη Hs 9, 17, 2b; ἐπιθυμίαι 2 Ti 3:6; cp. Tit 3:3. ἰδέαι Hs 9, 17, 1. καρποί 9, 28, 3; Dg 12:1. νόσοι (Tat. 20, 2; Philo, Omn. Prob. Lib. 58 νοσήματα) Mt 4:24; Mk 1:34; Lk 4:40. ὄρη Hs 9, 17, 2ac; 3. πειρασμοί Js 1:2; 1 Pt 1:6 (πολλοῖς P72). πονηρίαι Hs 9, 18, 3. πραγματεῖαι (cp. Philo, In Flacc. 3) 9, 20, 1. τιμωρίαι 6, 3, 3; 4a. τρυφαί m 6, 2, 5. π. χάρις θεοῦ the grace of God, that manifests itself in various ways 1 Pt 4:10. χρόαι Hs 9, 4, 5ac. W. ξένος: διδαχαί Hb 13:9 (s. also 2b below). W. πολύς (Diod S 5, 62, 1 πολλοὶ κ. ποικίλοι λόγοι=many and varied reports; 17, 13, 1; Maximus Tyr. 11, 11e; Ps.-Plut., Hom. 122) Hm 4, 2, 3; Hs 9, 20, 2. ἐν πολλαῖ θλίψεσι π. in many kinds of afflictions 7:4.
    pert. to existence in various aspects
    of things, many-colored, variegated (Hom.+; Polyaenus 6, 1, 4; Lucian, Deor. Conc. 10; PGM 4, 2709; LXX [Gen 37:3 al.]; TestJob 46:7; TestZeb 1:3; Jos., Ant. 11, 235). This mng. is to be preferred in οἱ λίθοι οἱ π. the many-colored stones (JosAs 2:3; 13:5; IG IV2/1, 106 I, 96; 113 [IV B.C.]) Hs 9, 4, 5b.
    of persons, esp. w. ref. to devious ways of thinking, words, actions, fig. ext. of 2a: ambiguous, crafty, sly, deceitful (Hes. et al.; Trag.; Pind., N. 5, 28 βουλεύματα; Aristoph., Thesm. 438 λόγοι; Polyb. 8, 18, 4 Κρὴς ὑπάρχων καὶ φύσει ποικίλος; Just., D. 134, 5) Hb 13:9 (s. also 1 above). ἀπατη[λοὺς] καὶ π. … λόγους AcPl Ox 6, 12 (restored after Aa I 241, 14).—DELG. M-M. TW.

    Ελληνικά-Αγγλικά παλαιοχριστιανική Λογοτεχνία > ποικίλος

См. также в других словарях:

  • πραγματεῖαι — πραγματεία prosecution of business fem nom/voc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • πραγματείαι — πραγματείᾱͅ , πραγματεία prosecution of business fem dat sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Ηλιόδωρος — I Όνομα ιστορικών προσώπων. 1. Γλύπτης (2ος αι. π.Χ.). Συνεργάστηκε στη διακόσμηση της Οκταβίας Στοάς και φιλοτέχνησε σύμπλεγμα του Πάνα και του Ολύμπου. 2. Ο Περιηγητής (2oς αι. π.Χ.). Έγραψε για την Ακρόπολη της Αθήνας και τα αναθήματά της. 3.… …   Dictionary of Greek

  • Папарригопуло — (К. Παππαρίγόπουλος) современный греческий историк. Выступив в 1858 г. против теории Фалльмерейера (см.), наделавшей в свое время много шума, с обширной статьей: Σλαυικαί έν ταΐς Έλληνικαΐς χώραις έποικήσεις (Ίστορικαί πραγματεΐαι, Μέρος ά, Афины …   Энциклопедический словарь Ф.А. Брокгауза и И.А. Ефрона

  • Asterios Argyriou — (griechisch Αστέριος Αργυρίου; * 1935) ist ein griechischer Theologe und Neogräzist und emeritierter Professor für neugriechische Sprache und Literatur an der Universität Strassburg. Argyriou wurde 1963 mit einer Arbeit über die Auffassung… …   Deutsch Wikipedia

  • Коттуниос, Иоаннис — Иоаннис Коттуниос Ἰωάννης Κωττούνιος Иоаннис Коттуниос …   Википедия

  • πεδιάσιμος — Επώνυμο 2 Βυζαντινών λογίων. 1. Θεόδωρος (14ος αι.). Καταγόταν πιθανότατα από τις Σέρρες. Έγραψε διάφορα έργα, τα κυριότερα από τα οποία τιτλοφορούνται Έκφρασις περί του ιερού των Σερρών, Έκθεσις τινών θαυμάτων των αγίων μεγάλων μαρτύρων και… …   Dictionary of Greek

  • πραγματεία — η, ΝΜΑ, και ιων. τ. πρηγματίη, και ποιητ. τ. πραγματίη, Α [πραγματεύομαι] νεοελλ. επιστημονική μελέτη, σύγγραμμα, διατριβή νεοελλ. μσν. πραμάτεια αρχ. 1. επιμελής ενασχόληση με μια εργασία μέχρι την περάτωσή της 2. επίπονη, κοπιαστική εργασία 3.… …   Dictionary of Greek

  • Ακαδημία Αθηνών — Το ανώτατο πνευματικό ίδρυμα της χώρας. Ιδρύθηκε το 1926 και στεγάστηκε στο νεοκλασικό κτίριο, που ήδη από τον 19ο αι. είχε ανεγερθεί για τον σκοπό αυτό με δαπάνες του εθνικού ευεργέτη Σίμωνα Σίνα. Σκοπός της Α.Α. είναι, κατά τον ιδρυτικό νόμο,… …   Dictionary of Greek

  • Καραθανάσης, Αθανάσιος — (Βόλος 1946 –). Φιλόλογος, καθηγητής πανεπιστημίου και συγγραφέας. Σπούδασε στη φιλοσοφική και στη θεολογική σχολή του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης και μετεκπαιδεύτηκε στο Ελληνικό Ινστιτούτο Βενετίας και στα πανεπιστήμια της Σορβόνης …   Dictionary of Greek

  • Συμεών — I Όνομα αγίων της Αν. Ορθόδοξης Εκκλησίας. 1. Γέρος Ισραηλίτης ο οποίος κατοικούσε στην Ιερουσαλήμ με την προσδοκία του Μεσσία. Ο Ευαγγελιστής Λουκάς, ο οποίος τον αναφέρει, σημειώνει ότι «ην αυτώ κεχρηματισμέvov υπό του Πνεύματος του Αγίου μη… …   Dictionary of Greek

Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»